Latest / Παραδοσιακά παραμύθια για παιδιά / Το πιο γλυκό ψωμί (Παραμύθι της Κεφαλονιάς) - Παραδοσιακά παραμύθια για παιδιά (S04)
Transcript
- 0:00Παραδοσιακά παραμύθια για παιδιά.
- 0:05Επιμέλεια, διασκευή, παρουσίαση, τάσος Ζιάκας.
- 0:11Το πιο. Γλυκό ψωμί.
- 0:21Μια. Φορά και έναν καιρό ήταν ένας
- 0:28πλούσιος βασιλιάς πολύ πλούσιος, πάρα πολύ πλούσιος που ό τι
- 0:33επιθυμούσε η καρδιά του το είχε. Όλα.
- 0:40Τα είχε και τον έλεγαν ευτυχισμένο, ώσπου μία μέρα
- 0:44έπαθε μία παράξενη ανορεξά και δεν είχε όρεξη να βάλει τίποτα
- 0:49στο στόμα του. Σιγά σιγά αδυνάτιζε και άρχισε
- 0:52να γίνεται γκρινιάρης και παράξενος.
- 0:56Πολλοί γιατροί πήγαιναν και τον έβλεπαν μα τα ιατρικά τους
- 1:02τίποτα δεν μπορούσαν να του κάνουν.
- 1:03Η ανορεξία του βασιλιά όλο και κρατούσε και εκείνος τίποτα δεν
- 1:08λιμπιζόταν να φάει. Ούτε του Πουλιού, το γάλα που
- 1:11λέει ο λόγος. Κάποια μέρα λοιπόν έτυχε να
- 1:16περνάει από το παλάτι του ένας ασπρομάλης γέροντας φτωχός, που
- 1:22ήταν όμως σοφός και ήξερε πολλά από γιατρικά.
- 1:26Του είπαν λοιπόν για το βασιλιά και ανέβηκε να τον δει.
- 1:31Μήπως; Κουράζεσαι βασιλιάς; Τον ρώτησε ο γέροντας.
- 1:43Φίλες γιατρέμ. Του λέει ο βασιλιάς.
- 1:50Όλη μέρα ξαπλωμένος απάνω στον θρόνο μου είμαι και ούτε το
- 1:54μικρό μου δαχτυλάκι δεν κουνώ και μου λες αν κουράζομαι.
- 1:59Μήπως; Μήπως λέω έχεις έγνοιες και σκοτούρες για το λαό σου;
- 2:07Όχι. Κάθε άλλο εγώ ζω ξέγιαστος.
- 2:13Να σου πω και κάτι καρφάκι δε μου καίγεται για κανέναν.
- 2:17Μήπως μήπως επιθύμησες ποτέ; Σου κάτι; Και δεν μπόρεσες.
- 2:24Να τοχειςχ. Ούτε.
- 2:27Κι. Αυτό.
- 2:30Βασιλιάς είμαι γεροντάκο και ότι γύρέψω, το βλέπω μπροστά.
- 2:34Μου. Σκέφτηκε.
- 2:38Σκέφτηκε λίγο ο γέροντας και ύστερα γυρίζει και λέει στον
- 2:42βασιλιά. Άκουσε βασιλιά.
- 2:47Καθώς βλέπω δεν έχεις τίποτα σοβαρό.
- 2:53Εκείνο που φταίει και δεν έχεις όρεξη να τρως είναι το ψωμί που
- 2:59σου δίνουν στο παλάτι. Να διατάξεις σαν βασιλιάς που
- 3:05είσαι να σου φέρουν. Το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου για
- 3:10να φας. Αν μπορέσεις να το έχεις αυτό;
- 3:18Τότε θα γιατρευτείς; Από την. Ίδια ημέρα, ο βασιλιάς έδωσε
- 3:26διαταγή στους φουρναρέους του παλατιού να ζυμώσουν και να του
- 3:30ψήσουν το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου.
- 3:33Έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά οι ψωμάδες και σε όλο το
- 3:38βασίλειο. Ποιος θα κάνει στο βασιλιά Το
- 3:41πιο γλυκό ψωμί; Ζειμοναν με ζάχαρη και ανθόγκαλα κάθε λογής
- 3:46ψωμιά και του τα έφερναν στο παλάτι για να το δοκιμάσει.
- 3:50Μα κανένα όμως από όλα εκείνα τα ψωμιά δεν άνοιγε την όρεξη του
- 3:56βασιλιά. Ούτε και ήθελε να τα φάει.
- 4:00Το ένα του μύριζε το άλλο του βρωμούσε.
- 4:04Χάλια πάρτο από δω. Βασιλιά μου κάνε ό τι μπορούσαμε
- 4:09άγευστο βασιλιά μου. Πάρτο μακριά μου.
- 4:13Ώσπου. Μια μέρα έξω φρενών έστειλε
- 4:21ανθρώπους του να πάνε να βρούνε το γέροντα και να το ξαναφέρουν
- 4:25μπροστά του. Έτσι; Θα.
- 4:31Σε κρεμάσω που με ξεκέλασες με βλέπεις πως σε κοιτώ θα.
- 4:35Σε. Κρεμάσω ανάποδα.
- 4:38Του φώναξε ο βασιλιάς μόλις τον. Είδε.
- 4:41Γιατί βασιλιά μου; Τον ρώτησε ο γέροντας.
- 4:46Γιατί το γλυκό ψωμί που είπες να μου φτιάξουν να πάω, δεν μου
- 4:50έκανε τίποτα ακούς; Τίποτα; Έκανε.
- 4:54Ο γέροντας. Φαίνεται πως το ψωμί που σου
- 5:02ζυμωσαν δεν ήταν τόσο γλυκό όσο έπρεπε.
- 5:07Ο βασιλιάς ήταν και πάλι έτοιμος να αγριέψει, μα είδε τον γέροντα
- 5:11που κάτι συλλογιζότανε και περίμενε.
- 5:15Βασιλιά μου άκουσέ με. Του λέει τότε ο γέροντας.
- 5:23Αν θέλεις να δοκιμάσεις τα αλήθεια, το ψωμί που θα σε
- 5:28γιατρέψει. Θα πρέπει η Βασιλεία μου τότε να
- 5:33ρθεις μαζί μου για 3 μέρες μονάχα.
- 5:37Και να κάνεις ότι σου λέω. Αν δεν γίνεις καλά.
- 5:45Βασιλιά, μου είσαι ελεύθερος να μου πάρεις το κεφάλι.
- 5:51Και ο βασιλιάς θέλοντας κοιμήθηκε να πάει μαζί με τον
- 5:58παράξενο γέροντα εκεί που του έλεγε.
- 6:01Φόρεσε κι αυτός φτωχικά ρούχα που δέχθηκε παλιόπάπουτσα πήρε
- 6:06και ένα μπαστούνι στα χέρια του και έφυγε κρυφά από το παλάτι
- 6:10μακριά πολύ μακριά. Και πήγανε στον κάμπο εκεί που
- 6:16καθόταν ο γέροντας σε μία καλύβα, σε μια μικρή καλύβα μέσα
- 6:21σε ένα χωράφι σπαρμένο. Ξημερώνοντας έδωσε ο γέροντας το
- 6:28βασιλιά ένα δρεπάνι και του λέει.
- 6:31Έλα σήκω πάμε να θερίσρίσουμε. Έπιασε ο βασιλιάς και θέριζε μες
- 6:39στο λιοπύρι ολάκερη ημέρα όταν ήρθε το βράδυ πέσανε και οι δύο
- 6:44ξεροί να κοιμηθούν. Ούτε θα είναι όλη μέρα, ούτε
- 6:48τίποτα έμεινε. Βλέπεις και ο γέροντας νηστικός.
- 6:54Την άλλη μέρα πρωί πρωί ξύπνησε ο γέροντας τον Βασιλιά και του
- 6:59λέει. Έλα σήκω σήκω να πάρουμε όλα
- 7:05αυτά τα δεμάτια, να τα πάμε σταλώνι να τα αλωνίσουμε.
- 7:10Σήκω. Κουβάλησε στην πλάτη του ο
- 7:15βασιλιάς περισσότερα από τα μισά και ύστερα όλη μέρα τα κοπάνιζε
- 7:21με το δάρτη, ώσπου κάνανε το στάρι σωρό τα ανεμήσανε και το
- 7:26βάλανε στο σακί και όλη μέρα την περάσανε πάλι έτσι μυστικοί και
- 7:32οι δύο τους μόνο λίγο νερό ήπιανε από τη στέρνα που ήταν
- 7:36κοντά στην καλύβα. Το βράδυ πέσανε πάλι κουρασμένοι
- 7:41και κοιμηθήκανε. Την Τρίτη ημέρα του Χάραμα, ο
- 7:48γέροντας σήκωσε τον Βασιλιά και του λέει.
- 7:51Ξύπνα Ξύπνα ξύπνα βασιλιά, Ξύπνα να πάμε το στάρι μας στο μύλο να
- 7:58τα λέσουμε. Πάρτο όμως εσύ στην πλάτη σου
- 8:03γιατί εγώ δεν. Μπορώ και πάμε.
- 8:06Εκεί εκεί στην κορφή του βουνού, εκεί εκεί που είναι ο.
- 8:11Μύλος. Τι; Να κάνει ο βασιλιάς αφού
- 8:18έτσι ήταν η συμφωνία φορτώνεται το σακί στην πλάτη και
- 8:21κουρασμένος και ελεεινός το κουβάλησε στην κορυφή.
- 8:26Τώρα. Όμως άρχισε να πεινάει, μα δεν
- 8:31έλεγε τίποτα στον γέροντα. Αλέξανε το στάρι τους και για να
- 8:36μην τα πολυλογούμε γυρίσανε κατά το μεσημέρι στην καλύβα.
- 8:41Πάλι ο βασιλιάς φορτωμένος στο αλεύρι.
- 8:44Έλα τώρα να ζυμώσουμε. Του λέει ο γέροντας, ξεχώρισε ως
- 8:5210 λίτρες αλεύρι, το έριξε στη σκάφη και έβαλε το βασιλιά να
- 8:56ζυμώνει. Ύστερα το έστειλε στο λόγκο να
- 9:02κόψει ξύλα και αργά. Κατά το βράδυ βάλανε και έκαψαν
- 9:07φούρνο για να ψήσουν 3 4 καρβέλια.
- 9:12Ο βασιλιάς τώρα πείνωση πολύ πάρα πολύ και περίμενε πότε θα
- 9:17ψηθούν τα ψωμιά για να φάει. Μα πιο πολύ τα λυπιζό όταν
- 9:21άρχισε να βγαίνει από το φούρνο η μυρωδιά τους.
- 9:25Γέροντα πεινάω, πεινάω, πεινάω πολύ του γέροντα.
- 9:33Περίμενε, περίμενε και θα φας. Του απάντησε εκείνος.
- 9:41Σε λίγο βγήκαν τα καρβέλια αχνίστα και ρόδοξυμένα.
- 9:46Σάνασμένος λύκος τότε ο βασιλιάς άρπαξε ένα καρβέλι, το έκοψε με
- 9:52τα χέρια του και άρχισε να το τρώει.
- 9:55Μα με την πρώτη μπουκιά που κατάπιε το πρόσωπό του έγινε
- 10:01κόκκινο από χαρά και φώναξε. Ναι.
- 10:05Μάλιστα αυτό είναι το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου και όμως ούτε
- 10:12μία κουταλιά ζάχαρη δεν έριξε στο ζυμάρι του.
- 10:16Το ότι ο γέροντας χαμογέλασε και του είπε.
- 10:19Βασιλιά βασιλιά μου πρέπει να ξέρεις πως η ζάχαρη του ψωμιού
- 10:26σου ήταν ο ιδρώτας που. Έχασες για να το φτιάξεις.
- 10:32Τώρα βασιλιά μου. Είσαι ελεύθερος να ξαναπάς; Στο.
- 10:40Παλάτι κοίτα μονάχα να δουλεύεις από δω και προς έτσι; Και θα
- 10:47δεις. Θα δεις πως η όρεξη δε θα σου.
- 10:52Λείψει; Ο. Βασιλιάς ακολούθησε την ορμηιά
- 10:58του Γέροντα και όταν γύρισε στο παλάτι του δούλευε κάθε μέρα.
- 11:02Για το λαό του κατέβαινε στον κήπο του για άλλες δουλειές και
- 11:05από τότε. Γιατρέτηκε από την Ανορεξιά και
- 11:08έτρωγε καλά που μακάρι να τρώγαμε και εμείς έτσι;
- 11:21Παραδοσιακά. Παραμύθια για παιδιά.
- 11:28Επιμέλεια, διασκευή, παρουσίαση, τάσος Ζιάκας, Ακούστε μας και
- 11:34στο Youtube.